Ο ΤΑΤΟΥΑΤΖΗΣ ΤΟΥ ΑΟΥΣΒΙΤΣ: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ επιβίωσης και βαθιάς αγάπης (εικόνες – video)

Συντάκτης:
Κατηγορία: Κόσμος Ετικέτες:
 

Επιμέλεια: Αντώνης Ρηγόπουλος

Για περισσότερα από 50 χρόνια, ο Λέιλ Σολοκώφ, ζούσε με ένα μυστικό που είχε γεννηθεί μέσα στη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Ευρώπη.

Ο Λέιλ ήταν ο άνθρωπος που έκανε τα διαβόητα τατουάζ στους κρατούμενους τους ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Άουσβιτς. Χρειάστηκε να περάσει τα 80 του χρόνια για να δεχτεί να μιλήσει για την τριετία που πέρασε στο Άουσβιτς.

Ο Σολοκώφ σπάει τη σιωπή του

Γεννήθηκε το 1916 στη Σλοβακία από Eβραίους γονείς. Το αρχικό του όνομα ήταν Λούντβιχ «Λέιλ» Έισενμπεργκ. Το 2003, και ενώ ζούσε στη Μελβούρνη, ο Λέιλ αποφάσισε να μοιραστεί την ιστορία του με τον κόσμο.

«Αυτός ο άνδρας, ο τατουατζής του πιο διαβόητου στρατοπέδου συγκέντρωσης, κράτησε κρυφή την ταυτότητά του, πιστεύοντας ότι είχε κάτι να κρύψει», λέει η Χέδερ Μόρις που πέρασε τρία χρόνια καταγράφοντας την ιστορία του Λέιλ, μέχρι που εκείνος πέθανε το 2006.

Η Μόρις, δέκα και πλέον χρόνια αργότερα, εκδίδει το βιβλίο “The Tattooist of Auschwitz”.

Το βιβλίο της Μόρις κυκλοφόρησε για πρώτη φορά χθες, Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018, στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η συγγραφή του βιβλίου

«Ο τρόμος που συνεπάγεται η επιβίωσή του για τρία χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον άφησε να έχει σε όλη του τη ζωή μια αίσθηση συνεχούς φόβου και παράνοιας», υποστηρίζει η συγγραφέας.

«Η ιστορία χρειάστηκε τρία χρόνια για να ξετυλιχθεί. Έπρεπε να κερδίσω την εμπιστοσύνη του και χρειάστηκε αρκετό χρόνο μέχρι να δεχτεί να ανατρέξει στις στιγμές εκείνες που είναι πολύ επώδυνες για τον ίδιο», συμπληρώνει.

Ο Λέιλ φοβόταν ότι θα τον αντιμετωπίσουν σαν συνεργάτη των Ναζί. Πίστευε ότι κρατώντας το μυστικό του, ή όπως το έλεγε ο ίδιος, το βάρος της ενοχής του, θα προστάτευε την οικογένειά του.

Μόνο μετά τον θάνατο της συζύγου του το 2003 κατάφερε να βρει τη δύναμη να αφηγηθεί την ιστορία του: μια ιστορία επιβίωσης αλλά και βαθιάς αγάπης.

Λέιλ Έισενμπεργκ: Ο κρατούμενος 32407

Ήταν Απρίλιος του 1942 και ο Λέιλ ήταν 26 ετών όταν οδηγήθηκε από τους Ναζί στο μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Όταν οι Ναζί μπήκαν στην πόλη όπου ζούσε στην Σλοβακία, ο Λέιλ αυτοπροτάθηκε να πάει στο Άουσβιτς πιστεύοντας ότι έτσι θα έσωζε την οικογένειά του. Αντίθετα από τα αδέλφια του, εκείνος ήταν άνεργος και ανύπαντρος.

Όταν έφτασε στο στρατόπεδο οι Ναζί άλλαξαν το όνομά του με έναν αριθμό: 32407.

Ο Κρατούμενος 32407 ξεκίνησε να δουλεύει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης ως οικοδόμος, όμως σύντομα κόλλησε τυφοειδή πυρετό. Ο άνθρωπος που τον φρόντισε ήταν ο ίδιος που του είχε κάνει και το τατουάζ με το νέο του «όνομα», όταν μπήκε στο στρατόπεδο. Επρόκειτο για έναν γάλλο ακαδημαϊκό που ονομαζόταν Πεπάν.

Ο Πεπάν πήρε τον Λέιλ υπό την προστασία του και τον έκανε βοηθό του. Ο Λέιλ, σύντομα και μετά την ξαφνική εξαφάνιση του Πεπάν, έγινε ο βασικός τατουατζής του στρατοπέδου, πιθανότατα χάρη στο γεγονός ότι γνώριζε πολλές γλώσσες. Ο Λέιλ μιλούσε σλοβακικά, γερμανικά, ρωσικά, γαλλικά, ουγγρικά και λίγα πολωνικά.

Διαφημιστική καταχώρηση
Διαφημιστική καταχώρηση

Του δόθηκε μια τσάντα με εξοπλισμό δερματοστιξίας και ένα χάρτινο περβραχιόνιο με την ένδειξη “Politische Abteilung” (Πολιτικό τμήμα). O Λέιλ πλέον εργαζόταν για τον πολιτικό βραχίονα των SS.

Έχοντας τον τίτλο του τατουατζή, tetovierer συγκεκριμένα, o Λέιλ ζούσε ένα βήμα πιο μακριά από την προοπτική του θανάτου που αντιμετώπιζαν οι συγκρατούμενοί του. Έτρωγε στο κτήριο της διοίκησης, του δίνονταν μεγαλύτερες μερίδες και κοιμόταν σε μονό δωμάτιο. Όταν η δουλειά του τελείωνε, ή όταν δεν υπήρχαν νέοι κρατούμενοι, είχε ελεύθερο χρόνο.

Ωστόσο, ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του συνεργάτη τους, υποστηρίζει η Μόρις. Παρά τα προνόμιά του, η απειλή «να μην δει το φως της επόμενης ημέρας», ήταν πάντα παρούσα.

Η  Μόρις αναφέρει ότι ο ναζιστής «γιατρός» Γιόζεφ Μένγκελε εμφανιζόταν συχνά στον χώρο που δούλευε ο Λέιλ. Εκεί διάλεγε τους νέους του «ασθενείς» από τις νέες αφίξεις και τους έστελνε στον Λέιλ για να τους σημαδέψει για πάντα με το τατουάζ.

Πολλές φορές, καθώς ο Μένγκελε σιγοτραγουδούσε κάποια όπερα, συνήθιζε να πλησιάζει τον Λέιλ και να τον τρομοκρατεί. «Μια μέρα, tetovierer, θα σε πάρω – μια μέρα…», του έλεγε.

Τα τατουάζ

Οι ναζί δεν εφάρμοζαν την τακτική των τατουάζ σε όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο στο Άουσβιτς και τα παραρτήματά του, Μπιρκενάου και Μόνοβιτς, καταχωρούνταν με αυτόν τον τρόπο οι αριθμοί των κρατουμένων.

Αρχικά οι ναζί χρησιμοποιούσαν μια μεταλλική σφραγίδα για να δημιουργήσουν ουλές στο δέρμα των κρατουμένων που σχημάτιζαν ολόκληρο τον αριθμό τους. Στη συνέχεια έτριβαν μελάνι πάνω στις πληγές για να «εγγραφεί» ο αριθμός στο δέρμα.

Όταν κατάλαβαν ότι η συγκεκριμένη μέθοδος δεν ήταν αποτελεσματική, οι αξιωματικοί των SS εισήγαγαν μια συσκευή διπλής βελόνας. Αυτό ήταν και το εργαλείο με το οποίο δούλεψε ο Λέιλ.

«Το πρώτο που ένιωθαν ήταν ο πόνος και αμέσως μετά συνειδητοποιούσαν ότι εκείνη τη στιγμή έχαναν το όνομά τους. Από εκείνη τη στιγμή και μετά οι κρατούμενοι δεν έπρεπε να χρησιμοποιούν τα ονόματά τους. Έπρεπε να χρησιμοποιούν τους αριθμούς τους», λέει ο ίδιος.

Ο έρωτας της ζωής του

Στο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, αναφέρεται ότι για τον Λέιλ το να κάνει τατουάζ στα χέρια ανδρών ήταν μεν δύσκολο αλλά υποφερτό, όμως όταν έπρεπε να το κάνει σε νεαρά κορίτσια, ένιωθε τρόμο.

Πριν ακόμα γίνει ο βασικός tetovierer του ζητήθηκε να κάνει τατουάζ σε ένα μικρό κορίτσι. Αν και δεν ήθελε να το κάνει, ο Πεπάν τον πείθει να κάνει ό,τι του ζητάνε. Αν δεν το έκανε θα ήταν σαν να καταδικάζει τον εαυτό του σε θάνατο. «Υπήρχε κάτι σε αυτό το κορίτσι και στα λαμπερά της μάτια», λέει ο ίδιος.

Το όνομα του κοριτσιού ήταν Γκίτα Φουρμάνοβα και ζούσε στο γυναικείο στρατόπεδο Μπιρκενάου. Ο Λέιλ, με τη βοήθεια του προσωπικού του φύλακα από τα SS, έστελνε στη Γκίτα γράμματα τα οποία αργότερα μετατράπηκαν σε μυστικές συναντήσεις.

Ο Λέιλ προσπάθησε να τη φροντίσει εξασφαλίζοντας για την ίδια επιπλέον μερίδες φαγητού αλλά και μεταφέροντάς την σε καλύτερο πόστο εργασίας. Η Μόρις λέει σχετικά με τη φύση της σχέσης τους: «Η Γκίτα είχε πάντα αμφιβολίες, πολύ ισχυρές αμφιβολίες. Δεν έβλεπε μέλλον. Εκείνος όμως, κατά βάθος, ήξερε ότι θα επιβιώσει. Είναι επιζών χάρη στην τύχη του, επειδή ήταν τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος αλλά και επειδή μπορούσε να χειραγωγεί τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονταν».

Έχασαν ο ένας τα ίχνη του άλλου μετά την απελευθέρωση των κρατουμένων του Άουσβιτς από τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού της Σοβιετικής Ένωσης.

Ωστόσο, κατάφεραν να ξανασυναντηθούν και τον Οκτώβριο του 1945 παντρεύτηκαν στην Τσεχοσλοβακία, αλλάζοντας το επίθετό τους στο πιο ρωσικό Σολοκώφ.

Ωστόσο, όταν η σοβιετική κυβέρνηση ανακάλυψε ότι συγκέντρωναν χρήματα και να τα στέλνουν σε οργανώσεις εκτός Τσεχοσλοβακίας με σκοπό την υποστήριξη της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ στα παλαιστινιακά εδάφη, ο Λέιλ φυλακίστηκε και η επιχείρησή του έκλεισε.

Σε μια άδειά του από τη φυλακή το ζευγάρι δραπέτευσε από τη χώρα και πήγε στη Βιέννη, το Παρίσι και τελικά στη Μελβούρνη. Ο Λέιλ ξεκίνησε να ασχολείται με το εμπόριο υφασμάτων, ενώ η Γκίτα έγινε σχεδιάστρια φορεμάτων. Το 1961, απέκτησαν έναν γιο, τον Γκάρι.

Ο Λέιλ δεν επισκέφτηκε ποτέ ξανά την Ευρώπη, σε αντίθεση με τη Γκίτα που έκανε το ταξίδι μερικές φορές πριν το τέλος της ζωής της. Η Γκίτα πέθανε το 2003 στη Μελβούρνη και ο θάνατός της αποτέλεσε το έναυσμα για τον Λέιλ να δεχτεί να αφηγηθεί την ιστορία τους.

...

Πηγή: https://www.altsantiri.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *