ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ και ΚΑΛΗ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ ΧΡΟΝΙΑ για τα παιδιά που ξεκινούν σήμερα το σχολείο. Ο μήνας έχει 13, κάθε αρχή και δύσκολη, κυρίως όταν γίνεται κάτω από τη Δαμόκλεια σπάθη της πανδημίας. Πρωινό ξύπνημα, self test δύο φορές τη βδομάδα, μήπως ξινό από τη μύτη βγει στα καημένα τα πρωτάκια που μπαίνουν στο στίβο της μάθησης για πρώτη φορά;

Από τη μέρα που πέρασα το κατώφλι του  Σχολείου, έχουν περάσει ακριβώς 60 χρόνια, δηλαδή μισός αιώνας με Φ.Π.Α. (Φανταστικές Παιδικές Αναμνήσεις, με την τότε ηχητική παρέμβαση της μαμάς, Φύγε, Πάλι Άργησες), απλή συνωνυμία με τον ελαττωμένο  μετά τις εξαγγελίες στη Δ.Ε.Θ.. Η  Έκθεση αν θυμάμαι καλά, άνοιγε τις πύλες της την πρώτη Κυριακή του Σεπτέμβρη και την επισκεπτόμασταν με μεγάλη χαρά για να γνωρίσουμε χώρες μακρινές, να ανεβούμε στα παιχνίδια, να δούμε τα ακροβατικά και να φωνάξουμε ΑΑΑ στα πυροτεχνήματα. Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν σαν αστακός και όλοι μαζί απολαμβάναμε το ξεχωριστό αυτό γεγονός που λάμβανε χώρα στην αγαπημένη μας πόλη και μόνο σ΄αυτήν.  
Η φοίτηση στο Νηπιαγωγείο δεν ήταν τότε υποχρεωτική και μια που έμαθα νωρίς να διαβάζω οι δικοί μου αποφάσισαν να μην με στείλουν. Τα μαύρα σημαδάκια που μου κίνησαν την περιέργεια από μικρή, είχαν αποκτήσει νόημα και μάλιστα μαζευόμασταν με τις φίλες μου για να τους διαβάσω τα νέα από την εφημερίδα, ποιος (πάντα αρσενικού γένους) πέθανε, ποια (θηλυκού) παντρεύεται. Επίσης τα κλασσικά εικονογραφημένα τα σινερομάντζα από τα περιοδικά και τις γελοιογραφίες με το Σπαγγοραμένο και τη χοντρή με το Ζαχαρία από το Ρομάντζο. Σπαγκοραμμένη δεν υπήρξα ποτέ, αλλά από κιλά με την πάροδο των χρόνων και με την κατανάλωσης σοκολάτας και γλυκών γενικότερα τείνω προς την εν λόγω κυρία. Μεγαλώσαμε με γλυκά που πολλές φορές ήταν και επιβράβευση για μας τα παιδιά. Με 10 δραχμές αγοράζαμε εκείνη την τεράστια σοκολάτα για όσους τη θυμούνται. Σήμερα οι νέες μητέρες μεγαλώνουν με άλλη φιλοσοφία τα παιδιά τους, χωρίς ζάχαρη και με berries, ενημερωμένες από τα blogs και δημιουργώντας διαδικτυακά groups. Εμείς αν θέλαμε μούρα κάναμε έφοδο στις μουριές της γειτονιάς. 
Πρωί πρωί φορούσαμε τη μπλε ποδιά, no other option, με το άσπρο γιακαδάκι, άλλοτε υφασμάτινο και άλλοτε πλεχτό με βελονάκι. Με το που καταργήθηκαν οι ποδιές, μερικά μετατράπηκαν στα γνωστά σε όλους σεμεδάκια για την τηλεόραση. Στο χέρι κρατούσαμε την δερμάτινη τσάντα με τα βιβλία και τα μπλε καπλαντισμένα τετράδια με το ΕΓΛ στο οπισθόφυλλο. Μεγάλη υπόθεση οι σημερινές τσάντες με τα ροδάκια, οι backbags σε μεγάλη ποικιλία με frozen, μονόκερους κλπ. Ενίοτε μέναμε frozen όταν μπαίνοντας στην τάξη  βλέπαμε τη βέργα στην έδρα, που μόνο κέρατο του συμπαθούς φανταστικού αλόγου δεν θύμιζε. Δασκάλα είχαμε την κ. Σοφία, πολύ καλή στα Μαθηματικά και στα Θρησκευτικά που επιθυμώντας να μας εισαγάγει και στα Αρχαία,  μας μάθαινε τα τροπάρια όλων των αγίων. Στην τρεις τελευταίες τάξεις είχαμε έναν εξαιρετικό δάσκαλο, πραγματικά αφιερωμένο στο λειτούργημά του, τον κ. Περδίκα, που είχε κάνει και μεταπτυχιακές σπουδές και έπαιζε και αρμόνιο. Με το που ήρθε στο σχολείο αποφάσισε να κάνει παιδική χορωδία. Ένα ένα τα παιδιά πηγαίναμε για ακρόαση. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και δήλωσα με καμάρι ότι θα έλεγα την Άγια νύχτα. Αα ξεκίνησα εγώ, άστο καλύτερα μου είπε, πάμε στην επόμενη. 

Το κουδούνι είθισται να γράφεται με ένα ν. Αν τολμούσαμε να εισάγουμε τη δική μας ορθογραφία και το γράφαμε στον πίνακα με δύο ν, γιατί είμαστε large, η χαλαρρρρά (Ο.Κ. το παράκανα με τα 4 ρ) ως Θεσσαλονικείς, πόσα ου, θα ακουγόταν από την αίθουσα; Όταν πήγαμε στο σχολείο δεν γνωρίζαμε τον ορισμό για το bullying, αλλά καζούρα γινόταν. Οι ομιλούντες ενίοτε «την Γαλλικήν» αποκαλούσαν τους άριστους μαθητές, φυτά.

Τελείωσα το Δημοτικό γράφοντας τις εκθέσεις στη Δημοτική, επειδή είχαμε διδαχθεί τη Γραμματική του Μανόλη, με ο όχι ω, Τριανταφυλλίδη. Πρώτη Γυμνασίου κατόπιν υπουργικής αποφάσεως (τέρμα το απόφασης και σίγουρα με πολλά ωχ με ωμέγα, γιατί προφέρεται μακρόσυρτα) έπρεπε να γράψουμε σε απλή καθαρεύουσα, σύμφωνα με τη Γραμματική της Νέας Ελληνικής γλώσσης του Αχιλλέως Τζαρτζάνου. Το άγαλμα στην Κέρκυρα «Αχιλλέας θνήσκων» είναι σίγουρα του γνωστού ήρωα, ή μήπως κάποιου φιλόλογου στου οποίου τα χέρια είχαν πέσει δικά μας γραπτά για να τα διορθώσει; Γη ποτισμένη με αίμα οι κόλλες μας, κανείς δεν σκέφτηκε ότι εμείς ως έφηβοι υπήρχε περίπτωση να πληγωθούμε. Και οι καθηγητές δεν έκαναν καθόλου πνεύμα, όταν μας μιλούσαν έν-τονα για τους τόνους και τα πνεύματα.

Τότε ήμασταν νέοι και γεμάτοι ενέργεια, δεν είχαν αρχίσει να χτυπάνε τα καμπανάκια για την υγεία και η έκφραση «για ποιον χτυπά η κουδούνα», ερχόταν στο μυαλό μας μόνο την καταραμένη στιγμή, που ο καθηγητής άνοιγε τον κατάλογό του.

Πείτε τη γνώμη σας!